Basketika

«Παγκόσμια ημέρα…κωλοτούμπας»

Τελικά όσα φέρνει η στιγμή, δεν τα φέρνει η ζωή όλη. Ένα έθνος ολάκερο άλλαξε άρδην τρόπο αντιμετώπισης απέναντι στην Εθνική Ελλάδος και, πλέον, ενώ πριν από 4 μέρες κυριαρχούσε η κατακραυγή και λεκτικός λιθοβολισμός, έχουμε μεταβεί στο στάδιο της υποστήριξης και της περηφάνειας. Δεν αντιλέγει κανείς ότι η Εθνική δεν έπαιξε άσχημο μπάσκετ στο Ελσίνκι, ότι η άμυνά της ήταν για επίπεδο τοπικού και πως ο κάθε παίκτης βρισκόταν στο δικό του κόσμο. Όλοι τα είδαμε, όχι μόνο οι διαδικτυακοί προπονηταράδες και οι πατριώτες, που θεωρούν ότι με το αγωνιστικό πρόσωπο, το οποίο είχαν εμφανίσει οι διεθνείς, τους έκαναν ρεζίλι στην Ευρωπαική κοινότητα, λες και οι ίδιοι θα μας έκαναν όλους να τρέχουμε στους δρόμους σαν παλαβοί, καθώς θα είχαμε φουσκώσει από περηφάνεια και χαρά.

Το βασικό ζητούμενο και ίσως το πιο αναμενόμενο, θα ήταν, παρά την όποια της εικόνα είτε αγωνιστική είτε όχι, να βρισκόμαστε στο πλάι της, όταν μας χρειαζόταν πραγματικά και είχε ανάγκη την στήριξη και την κατανόηση μας. Αντίθετα εμείς προτιμούσαμε να την μειώνουμε, αποκαλώντας την «Ταβέρνα» και «Εθνική Μυκόνου» και λοιπές ανεκδιήγητες εκφράσεις, που μόνο τους εκπροσώπους τους εξευτελίζουν και μου προκαλούν αποστροφή και μόνο στην όψη τους. Ακόμη χειρότερη κριτική έχει δεχθεί ο προπονητής της Εθνικής, Κώστας Μίσσας. Στην περίπτωση του Έλληνα τεχνικού, οι αντιδράσεις του κόσμου είναι επιεικώς απαράδεκτες και αδικαιολόγητες. Μπορεί να είναι ένας προπονητής παλαιάς κοπής και ο τρόπος προσέγγισης του στο παιχνίδι και στις δηλώσεις του να μην αποτυπώνουν το σημερινό πρότυπο ενός προπονητή, όμως υπάρχουν ορισμένα επιχειρήματα που αποδεικνύουν ότι ο συγκεκριμένος τεχνικός, ίσως και να είναι η ιδανική λύση στην Εθνική της νέας εποχής.

Αρχικά άμα κάποιος παρατηρούσε τα φιλικά, θα καταλάβαινε ότι προσπαθούσε να βοηθήσει το Γιάννη να μην κολλάει στην επιθέση, δηλαδή, τον απάλλαξε από την αναγκαστική επιλογή του σουτ. Ο Γιάννης στο φιλικό με το Μαυροβούνιο πήρε τη μπάλα κατά κόρον στο 45αρι από όπου είτε πόσταρε ή έπαιζε ένας εναντίον ενός. Δεν του έδινε συχνά τη μπάλα στο κέντρο, διότι από εκεί η άμυνα θα μπορούσε να εγκλείσει πιο αποτελεσματικά πάνω του. Αντίθετα σε πιθανή περίπτωση ντράιβ θα έπρεπε να έρθει μονάχα ένας παίκτης για βοήθεια ή παγίδα, οπότε ο Γιάννης θα είχε σίγουρη επιλογή και με τα μακριά άκρα του θα τροφοδοτούσε ιδανικά τους συμπαίκτες του στη περιφέρεια είτε στον Πρίντεζη για τελείωμα ( αναφέρω συγκεκριμένα τον Πρίντεζη, διότι έχει τα καλύτερα τελειώματα στην ομάδα και επίσης είδαμε ότι συνυπήρχε πάντα στο παρκέ με τον Γιάννη). Από εκεί και πέρα δεν υπήρξε κάποια ανάμειξη του σε πικ εν ρολ ως ο ψηλός, ίσως όμως να το βλέπαμε κατά τη διάρκεια του Ευρωμπάσκετ, όπως και να λειτουργεί ως πλειμέικερ, υπό οποιαδήποτε συνθήκη όμως, όλα αυτά αποτελούν απλώς υποθέσεις, καθώς ο Γιάννης δεν αγωνίζεται, παρόλα αυτά άξιζε να τις αναφέρω. Πάμε τώρα σε μερικά χειροπιαστά επιχειρήματα.

Η γενιά του 90’

Με την απόφαση των Σπανούλη και Ζήση, αλλά και του Μπουρούση μετά από τη φετινή διοργάνωση, να θέσουν τον εαυτό τους εκτός εθνικής, πλέον ο κλήρος αλλά και οι αρμοδιότητες έπρεπε να μοιραστούν αναλόγως. Η νέα γενιά, λοιπόν, όφειλε να ηγηθεί της ανανεωμένης Εθνικής. Φυσικά, εννοώ τη γενιά του 90, δηλαδή τους Σλούκα, Παπανικολάου, Μάντζαρη και Παππά. Αυτοί οι τέσσερεις έχουν καταφέρει να διακριθούν ατομικά από την χρυσή ομάδα του 2009, οπότε και θα έπρεπε να περιμένουμε ορισμένα πράγματα από την συγκεκριμένη τετράδα παικτών, οι οποίοι μαζί με την παρέμβαση των λίγο μεγαλύτερων Πρίντεζη και Καλάθη, θα μας οδηγήσουν στο μέλλον σε κάποιες επιτυχίες. Και μέχρι στιγμής φαίνεται πως ο Μίσσας έχει κάνει εξαιρετική δουλεία σε αυτό το κομμάτι, καθώς ο Σλούκας πραγματοποιεί ένα εξαιρετικό τουρνουά, έχοντας εξελιχθεί στον ηγέτη της Εθνικής. Ο Παππάς σκυλιάζει σε κάθε κατοχή και πλέον φαίνεται πως έχει γίνει δουλεία και στην επιθετική του νοοτροπία, κάτι που ασφαλώς αποτελεί έργο Μίσσα, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπό την καθοδήγηση του, ο Νίκος έπαιξε εξαιρετικό μπάσκετ στο τουρνουά του 2009 στη Ρόδο. Ο Κώστας έχει βρει πλέον χώρο και χρόνο να παρουσιάσει το πολύπλευρο ταλέντο του και με την προ διετίας εικόνα του να αποτελεί κακή ανάμνηση, αποτελεί βασικό μέλος της Εθνικής και ίσως είναι και ο αφανής ήρωας της μέχρι τώρα πορείας της. Για το Βαγγέλη, τα πράγματα έγιναν δύσκολα μετά την απότομη άνοδο του Σλούκα, ενώ και η περιστασιακή χρήση του Παππά ως πλειμέικερ,  έχειως αποτέλεσμα να μειωθεί ο χρόνος συμμετοχής του, όμως στο Ελσίνκι ήταν ένας από τους πιο σταθερούς μας παίκτες, αποδεικνύοντας πως το μόνο που έχει ανάγκη είναι η εμπιστοσύνη, κάτι που στις προηγούμενες διοργανώσεις ο Κατσικάρης δεν του είχε δείξει.

Ο Παπαγιάννης έγινε άντρας

Όντας μέλος των αναπτυξιακών τμημάτων της «Επίσημης Αγαπημένης» επί χρόνια, ο 55χρονος τεχνικός γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τη φράση «τόπο στα νιάτα». Έτσι και έπραξε. Ύστερα από μόλις τρία παιχνίδια στη διοργάνωση δεν χρειαζόταν να είσαι και πυρηνικός επιστήμονας για να καταλάβεις ότι ο Μπουρούσης βρισκόταν μια ταχύτητα πίσω από τους υπόλοιπους ψηλούς. Αυτό είδε και ο Μίσσας και αποφάσισε πως αν θέλει να έχει να έχει κέρδος, έπρεπε να ξεκινήσει τον 20χρονο σέντερ στη βασική πεντάδα. Και πράγματι ο νεαρός έβγαλε ασπροπρόσωπο τον προπονητή του αριθμώντας στους τελευταίους τρείς αγώνες του ομίλου 7 πόντους 6.5 ριμπάουντ και 1.5 κοψίματα. Ο Γιώργος είχε αποκτήσει πλέον τον αέρα του βασικού και αυτό φάνηκε στον αγώνα με τη Λιθουανία, όπου επί (σχεδόν) ένα ημίχρονο εξουδετέρωσε τον Βαλαντσιούνας. Φυσικά ο Μίσσας όταν αποφάσιζε να περάσει τον Μπουρούση σε ρολίστα, ήξερε ότι με αυτό τον τρόπο θα τον είχε έτοιμο την ύστατη στιγμή, ώπερ και εγένετο στον αγώνα με την Λιθουανία, όπου ενώ στο πρώτο ημίχρονο ο Γιάννης δεν φάνηκε καθόλου, στην επανάληψη η εμπειρία του έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Μπορεί η Εθνική να μην έχει ψηλό με το ταλέντο του Βαλαντσιούνας, όμως οι δύο σέντερ της, όταν βρέθηκαν σε καλή βραδιά αμφότεροι, απέδειξαν ότι δεν υπάρχουν πολλοί ψηλοί στη διοργάνωση που μπορούν να τους ανταγωνιστούν.

Μία ομάδα, μία γροθιά

Πολλά ειπώθηκαν, πολλά ακούγονται και πολλά θα γραφθούν, για όλους. Για τους παίκτες, για τον προπονητή, για την μεταξύ τους σχέση και για πολλά ακόμη. Έτσι είναι, δυστυχώς, το σύστημα και δεν αλλάζει. Όμως αυτά τα παιδιά παραδειγματίστηκαν από τον προπονητή τους, ο οποίος έχει ακούσει τα πάντα αυτές τις δύο εβδομάδες, όμως προτίμησε να βάλει κάτω το κεφάλι και να συνεχίσει να προσπαθεί, όχι γιατί πρέπει ή επειδή πληρώνεται, αλλά επειδή θέλει και πιστεύει στην ομάδα του. Έτσι λοιπόν αποφάσισαν να κάνουν και οι διεθνέις. Να τα αφήσουν όλα πίσω και να αρχίσουν από το μηδέν, το οποίο μηδέν μετατράπηκε σε 95-77 και στη συνέχεια σε 77-64. Αλήθεια έχετε δει πολλές ομάδες να το κάνουν αυτό;

Click to comment

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Most Popular

To Top